Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Παραδοσιακό Ποίημα της Τυλίσου για τον Άγιο Γεώργιο


"Άγιος Γεώργιος και δράκος" του Dono Di Paolo (1397-1475)

 Ο Άγιος Γεώργιος γεννήθηκε μεταξύ των ετών 280-285 μ.Χ., πιθανώς στην περιοχή της Αρμενίας. Θεωρείται προστάτης του Πεζικού και του Στρατού Ξηράς, ενώ είναι και ο προστάτης Άγιος της Αγγλίας. Επίσης, θεωρούταν Άγιος προστάτης των Σταυροφόρων και των Προσκόπων. Ως τροπαιοφόρος (στρατιωτικός) άγιος και ελευθερωτής συγκεντρώνει πολλές θαυμάσιες διηγήσεις και παραδόσεις, από τις οποίες η σπουδαιότερη είναι αυτή που μιλάει για το φόνο του δράκοντα και τη σωτηρία της βασιλοπούλας. Το θηρίο αυτό φυλούσε το νερό μιας πηγής κοντά στη Σιλήνα στη Λιβύη και το άφηνε να τρέχει μόνον όταν έβρισκε κάποιον άνθρωπο να φάει. Οι κάτοικοι της περιοχής όριζαν με κλήρο το θύμα του δράκοντα. Ολόκληροι στρατοί είχαν αντιταχθεί με αυτό το τέρας, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο κλήρος έφερε και τη σειρά της βασιλοπούλας, την οποία έσωσε ο Άγιος Γεώργιος φονεύοντας το δράκο.

Αυτή την παράδοση διηγείται με θαυμάσιο τρόπο το παραδοσιακό ποίημα που αναφέρουμε παρακάτω και το οποίο μας μετέφερε η κ. Βασιλεία Κων/νου Αστυρακάκη όπως το θυμάται να το απαγγέλλει η αείμνηστη μητέρα της, Αικατερίνη Γεωργ. Κουράκη. 

Άη Γιώργη αφέντη μου κι αφέντη καβαλάρη,
που ’σαι ζωσμένος στο σπαθί και στ’ αργυρό κοντάρι.
Έκατσαν κι έκαναν σκραφνί κι οτίνος θέλα πέσει,
να πάει το παιδάκι ν-του του λέοντα πεσκέσι.
Και το σκραφνί έπεσε σε μια βασιλοπούλα,
απού δεν είχε η μάνα τζη άλλη κορασοπούλα.
Απ’ το ταχύ ως το πρωί και τ’ άλλο μεσημέρι,
τη στόλιζε η μάνα τζη να μην αφήσει ταίρι.
Βάζει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος,
και του κοράκου το φτερό βάζει κορακοφρύδι.
Του δούλου τζη την έδωκε να πα τη σεργιανίσει,
και κείνη του παρήγγειλε στη βρύση να τη ’φήσει
για να τη φάει το θεριό, τη χώρα να δροσίσει.
Μα ο Άη Γιώργης ήθελε τότε να βοηθήσει,
και πέρασε η χάρη ν-του από κεινά τη βρύση.
Βλέπει τη γ-κόρη κ’ ήκλαιγε κι ήταν βαριά θλιμμένη,
κι ήταν κλιτή κι απόκλιτη και παραπονεμένη.
«Κάτσε συ, κορασίδα μου, κάτσε να με ψειρίσεις,
κι όντε θα ’κούσεις το θεριό, σήκω να με ξυπνήσεις.»
Την ώρα που το λέγανε μία βροντή μεγάλη,
ακούν το δράκο κι ήβγαινε μέσ’ από το πηγάδι.
Σηκώνετ’ ανατολικά και κάνει το σταυρό ν-του,
μια κονταριά του έπαιξε και κόβει το λαιμό ν-του.
Ξεκάπουλα την έβαλε, στη μάνα τζη τη μ-πάει,
κι η μάνα τζη να τηνε δει σέρνει φωνή μεγάλη.
«Πάρε τ’ αφέντη τα κλειδιά, πάρε τσι και τσι χώρες.»
«Δε θέλω ’γώ από τα κλειδιά ούτε κι από τσι χώρες.
Αν θέλεις κάμε χάρισμα, χτίσε μια εκκλησία
και στη δεξά τζη τη μεριά στρατιώτης Άη Γιώργης.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου